βιαιομάχος

βῐαιο-μάχος (cod. Pal. -μάχας) ᾰ], ,
A fighting violently, AP6.129 (Leon.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βιαιομάχος — βιαιομάχος, ο (Α) αυτός που μάχεται βίαια. [ΕΤΥΜΟΛ. < βίαιος + μαχος < μάχομαι] …   Dictionary of Greek

  • βιαιομάχος — fighting violently masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιαιομαχώ — βιαιομαχῶ ( έω) (Α) [βιαιομάχος] μάχομαι εξ επαφής, εκ του συστάδην …   Dictionary of Greek

  • μάχομαι — (ΑM μάχομαι) 1. διεξάγω ή συνάπτω μάχη, κάνω πόλεμο, πολεμώ 2. καταβάλλω έντονες προσπάθειες για να φέρω κάτι σε πέρας, πασχίζω να πετύχω κάτι, αγωνίζομαι με όλες μου τις δυνάμεις να πραγματοποιήσω τους σκοπούς μου, καταβάλλω μεγάλους κόπους ώστε …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.